Γέρασε η γιορτή

Αγνώστου 

Καημένη μου έρημη καρδιά, 
θυμάσαι που είμαστε παιδιά κι είχαν φτερά οι ελπίδες; 
Είχα πάντα τον ήλιο συντροφιά κι απόμακρα απ’ τη συννεφιά, 
με χάιδευαν οι αχτίδες… 

Τώρα όλα φύγανε και που να πήγανε; 
Η μέρα πέρασε,γέρασε η γιορτή. 

Καημένη μου έρημη καρδιά, 
θυμάσαι εκεί στην αμμουδιά, που χτίζαμε παλάτια;
Γλάροι πετούσαν κι έστελναν φιλιά, 
σε μένανε το βασιλιά, με τα αθώα μάτια… 

Τώρα όλα φύγανε και που να πήγανε; 
Η μέρα πέρασε, γέρασε η γιορτή...

Η έξωση

Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου

Μου τα πετάξανε, που λες,
τα τσαμασίδια στις αυλές
και μ’ έκαναν ρεζίλι.
Μα δόξα να ’χει ο Θεός
και ας γκρινιάζει ο φτωχός,
να που υπάρχουνε κι οι φίλοι.
Ο αρκαντάσης ο Μεμάς
που πάντα νοιάζεται για μας
και αγαπάει τη φτώχια,
έτρεξε, βρήκε μια σπηλιά,
μου τρύπωσε τη φαμελιά
πριν πιάσουν πρωτοβρόχια.

Τώρα να βρέχει, να βροντά
αστροπελέκια να πετά
να ρίχνει καλαπόδια.
Μα κι ο Χριστός μας, βρε παιδιά,
γεννήθηκε σε μια σπηλιά
κι είχε παρέα του τα βόδια.


Επιστράτευση 20 Ιουλίου 1974

Γιάννης Λογοθέτης

Σύντομες ανακοινώσεις, φόβος κι απορία,
πράσινο, πορτοκαλί φύλλο πορείας.
Εμβατήρια όλη μέρα και την επομένη.
Κι έγω σου ’λεγα: "Φοβάμαι, Ελένη".
Εμβατήρια όλη μέρα και την επομένη.
Κι όλο σου ’λεγα: "Φοβάμαι, Ελένη"

Τραίνα επιτεταγμένα στον σταθμό Λαρίσης.
Πού να τρέξεις, ποιον να βρεις,
ποιον να ρωτήσεις;
Μια πεντάρα η ζωή μας στην άκρη πεταμένη.
Κι εγώ σου ’λεγα: "Φοβάμαι, Ελένη".

Επιστράτευση μάς λένε, βγάλανε φιρμάνι.
Ποιος θα πάει, ποιος θα ’ρθεί,
ποιος θα πεθάνει;
Άλλη μια διαταγή - δεν ξέρεις τι συμβαίνει-
κι εγώ σου ’λεγα: "Φοβάμαι, Ελένη".

Πλοίο επιτεταγμένο θά ’ρθει να μας πάρει,
στο κατάστρωμα πολίτες, ναύτες και φαντάροι.
Μια πεντάρα η ζωή μας στην άκρη πεταμένη
κι εγώ σου ’λεγα: "Φοβάμαι, Ελένη".

Ο ακροβάτης

Δημήτρης Αποστολάκης

Για ιδέστε όλοι τον ακροβάτη,
που τραμπαλίζεται.
Για ιδέστε όλοι τον ξενομπάτη
πώς δε ζαλίζεται!
Για ιδέστε τον ακροβάτη,
που κι όταν πέφτει γελά
και ποτέ δε κλαίει, ποτέ δε κλαίει.

Για ιδέστε που'χει το ερημοπούλι
αίμα στο φτερό,
πετά κι ας το βρε θανάτου βόλι, 
κόντρα στον καιρό.
Με τον καιρό να' ναι κόντρα,
έχει τιμή σαν πετάς:
Να μένεις μόνος, να μένεις μόνος.

Για ιδέστε όλοι δέστε και μένα,
άλλο δε ζητώ,
που' χω στους ώμους φτερά σπασμένα
και ακροβατώ.
Γύρισε κάτω η μέρα 
κι ακόμη εσύ να φανείς....
μην κλαις πουλί μου, μην κλαις πουλί μου.

Ζεϊμπέκικος αμανές

Γιάννης Κακουλίδης

Αμάν, και πώς θα βγει το ντέρτι μου,
κι αυτό μου το μεράκι;
Αμάν, κι ό,τι αγάπησα
το 'πνιξε το φαρμάκι, αδέρφια μου.

Αμάν, και πώς να βγει η καρδούλα μου
πώς να βγει η ψυχή μου;
Αμάν, κι όσο πολέμησα
νικήσαν οι εχθροί μου, αδέρφια μου.

Αμάν, και τι θα γίνει η χώρα μου
και πού θα καταντήσει;
Αμάν, που έφτασε η ώρα μου
ο χάρος να με ντύσει, αδέρφια μου.

Αμάν, αμάν και πού 'ναι ο Θεός;
Αμάν, και πού 'σαι χάρε;
Αμάν, και πού 'σαι διάβολε,
ένα χαμένο πάρε, αδέρφια μου.

Μάνα μου, μάνα

Νίκος Γκάτσος

Μάνα μου, μάνα,
στο δρόμο μου σπείρανε πίκρα κι αψιθιά.
Μάνα μου, μάνα,
τα νιάτα μου γείρανε κάτω απ΄τα σπαθιά.

Ουρανέ μου,
στείλε μου νερό να ποτίσω την έρημο,
να φυτρώσει λουλούδι δροσερό
στο κορμί μου τ΄αέρινο.
Μάνα μου, μάνα,
την άνοιξη φέρε μου πάνω στο σταυρό.

Μάνα μου, μάνα,
ηλιόλουστη μέρα μου, πότε θα σε βρω;

Ουρανέ μου,
διώχ΄τη συννεφιά να περάσω τα σύνορα
κι ένα βράδυ πάνω στα βουνά
να χτυπήσω τα σήμαντρα.
Μάνα μου, μάνα,
στα χέρια μου σήμερα καίνε τα καρφιά.

Μάνα μου, μάνα,
τον ήλιο σου φέρε μου πάνω στο σταυρό.

 

Πατρίδα χιλιονικημένη

Παύλος Μάτεσις

Πατρίδα χιλιονικημένη
Σπίτι και πόλη μου χαροκαμένη
Κουρέλια ταπεινά σε ντύνω
Καρτέρα κι αύριο θα σε λαμπρύνω

Γίνε μου όρκος και φωτιά
Και βγες στον δρόμο με τουφέκι
Ώρα για αίμα για πυρκαϊά
Παρ' το κορμί μου γι' αστροπελέκι
Άγριος λύκος και στοιχειά
Ρουφάν το αίμα τ' ακριβό σου
Γίνε κατάρα γίνε οχιά
Πάρ' το κορμί μου κι αρματώσου

Πάντα γελαστοί

'Αλκης Αλκαίος

Της νύχτας οι αμαρτωλοί και της αυγής οι μόνοι
θέλουν βαρύ ζεϊμπέκικο και νευρικό τιμόνι
σε τόπους τριγυρίζουνε σβησμένους απ' το χάρτη
για μια σταγόνα ουρανό για μιαν αγάπη σκάρτη

Όσοι με το Χάρο γίναν φίλοι
με τσιγάρο φεύγουνε στα χείλη
στα τρελά τους όνειρα δοσμένοι
πάντα γελαστοί, πάντα γελαστοί
πάντα γελαστοί και γελασμένοι

Τα νιάτα μας διαδρομή Αθήνα - Σαλονίκη
μια πόλη χτίσαμε μαζί κι ακόμα ζω στο νοίκι
έπεσα να σ' ονειρευτώ σε ψάθα από φιλύρα
κι είδα πως βγάζει η νύχτα φως και τ' όστρακο πορφύρα

Τα παραθύρια ορθάνοιχτα

Μιχάλης Κακογιάννης

Ποιος είν' αυτός που τριγυρνά
τις νύχτες στα στενά
και που στο χέρι του κρατεί
βαγγέλιο και σπαθί

Τα παραθύρια ορθάνοιχτα
προσμένουν τα μεσάνυχτα
το παλληκάρι να φανεί
να μάθουν τ' όνομά του.

Αη-Γιώργη, άλλοι, τον είπανε
κι άλλοι Θανάση Διάκο.
Κι άλλοι παιδί πως ήτανε
των είκοσι και κάτω.
  

Μεγάλη Παρασκευή

Νίκος Γκάτσος

Στο περιβολάκι μπρος στην εκκλησιά
έμοιαζες πουλάκι σ΄άγρια φυλλωσιά.
Δυόσμο κι αγιοκέρι κράταγες στο χέρι
κι έλεγες: "Ραβί, σώσε μας και πάλι"!  
Ήτανε Μεγάλη Παρασκευή.

Νύχτες κι άλλες νύχτες  γύρισε η χρονιά
του πολέμου οι δείχτες σήμαναν εννιά
κι είδαμε να βγαίνει μ΄όψη κολασμένη
μέσα απ΄το κλουβί το φριχτό τσακάλι.  
Ήτανε Μεγάλη Παρασκευή.

Τα παιδιά φευγάτα, έρμα τα χωριά.
Πάλευαν τα νειάτα για τη λευτεριά
κι όταν ήρθα λίγο να σε δω, πριν φύγω,
έκλαιγες βουβή με σκυφτό κεφάλι
Ήτανε Μεγάλη Παρασκευή.